🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
παντρολογάω
παντρολογάω
сватать
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
сватать
? —
παντρολογάω
как с
(ново)греческого
переводится слово
παντρολογάω
? — сватать
#
(ново)греческий словарь
—
τσιχλόφουσκα
—
βραχύκορμος
—
εκμαιεύω
—
ρητορεία
—
επαναλαμβάνομαι
—
αναγουλιασμένος
—
σία
—
μοντέλο
—
βαριοκαρδίζω
—
οικειοποιούμαι
—
αρριχτος
—
παστοκύδωνο
—
αλληλοφαγωμός
—
μηχανορράφος
—
μονοφάγος
—
αράχνειος
—
μοσχοβίτης
—
ανασηκωτός
—
ανθιβολή
—
σαρακοστεύω
—
προδικαστικά
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω