🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
υποτροπιάζω
υποτροπιάζω
повторяться, давать рецидив
(о болезни)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
повторяться
? —
υποτροπιάζω
как на
(ново)греческом
будет слово
давать рецидив
? —
υποτροπιάζω
как с
(ново)греческого
переводится слово
υποτροπιάζω
? — повторяться, давать рецидив
#
(ново)греческий словарь
—
ελαιώνας
—
ρακοφόρος
—
μονομάχος
—
αξέταστος
—
αιμομιξία
—
φραντζολάκι
—
ανδρόγυνης
—
μεσόφρυδο
—
αδιαίρετος
—
λιγοέξοδος
—
θεσμοθέτηση
—
πλατέως
—
ανταγωνισμός
—
αμωλώπιστος
—
προκαταλαμβάνω
—
θρήσκα
—
ατμοσειρήνα
—
ανεπικοινώνητος
—
βαριοήσκιωτος
—
εκδικητής
—
αλετρόπιασμα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω