🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
απειροπόλεμος
απειροπόλεμ|ος
неопытный в военном деле
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
неопытный в военном деле
? —
απειροπόλεμος
как с
(ново)греческого
переводится слово
απειροπόλεμος
? — неопытный в военном деле
#
(ново)греческий словарь
—
λαρυγγόσπασμος
—
πανερημιά
—
καταμοτώνω
—
τρεμουλιαστός
—
ολιγοσαρκία
—
λατομικός
—
χρυσικός
—
άχτιστος
—
αμπελουργική
—
μεγαλιθικός
—
βαθύχρους
—
χρονομετρία
—
πειρατεία
—
φόρτιση
—
ξυλοκοπώ
—
βιαιοπραγώ
—
κρεμασμένος
—
αλφαβήτα
—
βότρυς
—
διαλλάττω
—
φυματιολογικός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω