🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
οχυρός
οχυρός
воен.
укреплённый
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
укреплённый
? —
οχυρός
как с
(ново)греческого
переводится слово
οχυρός
? — укреплённый
#
(ново)греческий словарь
—
πάστρα
—
νομομηχανικός
—
φροκαλίδια
—
λυριτζής
—
ανέργαστος
—
κακία
—
αμαξιτός
—
ορνιθοκομία
—
καταλαλητής
—
ξεστουπωτήρι
—
τριγύρισμα
—
οποτεδήποτε
—
κλειδαριά
—
ξεφτίλας
—
φουντωτός
—
σκηνογράφος
—
βρομόπαιδο
—
εφοδιοφόρος
—
κήλων
—
λαοκράτης
—
σιγά-
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω