🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
συντέλεια
συντέλεια
, ~εία η
конец
;
η ~ τού κόσμου — прям., перен. конец света; светопреставление
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
конец
? —
συντέλεια
как с
(ново)греческого
переводится слово
συντέλεια
? — конец
#
(ново)греческий словарь
—
πυκνοκατωκημένος
—
μελάνωση
—
καφενεδάκι
—
κατά
—
σταντζιέρα
—
παλαιολιθικός
—
γουργούλα
—
ιμπεριαλιστής
—
πρεπόντως
—
ακαδημία
—
στασιασμός
—
καραγκούνικος
—
φουρτουνιάζει
—
έμπυον
—
φαντάρος
—
βουβαίνομαι
—
μαλακωσιά
—
ανευθυνία
—
ελαιοτρίβιον
—
τανύν
—
ξυλαράς
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω