🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αλευριά
αλευριά
η
каша из муки
;
===
ο πού καεί στήν ~ φυσά καί τό γιαούρτι — посл. [phrase]кто обжёгся на молоке, дует и на воду[/phrase]
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
каша из муки
? —
αλευριά
как с
(ново)греческого
переводится слово
αλευριά
? — каша из муки
#
(ново)греческий словарь
—
ένθερμος
—
αιματόστασις
—
πλυστικά
—
γλωσσάρικο
—
τσιφούτα
—
μάνητα
—
παραδεχτός
—
μετοχάρης
—
οργανέττο
—
θεσιθήρας
—
αστέρι
—
συναρθρώνω
—
ανδραποδίζω
—
σπαρτάρισμα
—
εμβαστικός
—
ασοβάτιστος
—
χοιρινό
—
παρυδάτιος
—
σπορά
—
σκηνοθεσία
—
κοχλιαίος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω