🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
λιανικώς
λιανικώς
в розницу
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
в розницу
? —
λιανικώς
как с
(ново)греческого
переводится слово
λιανικώς
? — в розницу
#
(ново)греческий словарь
—
εκχωρώ
—
αμφικάλυμμα
—
θησαυρισμός
—
άπω
—
κόκκορος
—
σιωνίστρια
—
τρίγλη
—
μικροβόλτ
—
ξεκληρίζω
—
κολαστικός
—
ελαία
—
αποκωδικοποίηση
—
αναπτέρωση
—
μυώδης
—
ετερότοπος
—
κοντόκορμος
—
εξακόσιοι
—
κουζινέττο
—
γιουρντάνι
—
ζημιά
—
σιγανός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω