🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
γάζα
γάζα
η 1)
газ
(ткань);
2)
марля
;
~ φαρμακευτική — бинт
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
газ
? —
γάζα
как на
(ново)греческом
будет слово
марля
? —
γάζα
как с
(ново)греческого
переводится слово
γάζα
? — газ, марля
#
(ново)греческий словарь
—
κήδομαι
—
κεράτια
—
πολυγαμικός
—
προανακριτικός
—
κοσκινίδια
—
διχρονίζω
—
θρυμματισμός
—
αρτηρίδιο
—
αμπελουργία
—
κοντοφάρδουλος
—
κλωνόγερτος
—
υπερβατό
—
προχειρολόγος
—
μπουζουκίστας
—
μακάσφαλτος
—
αγριωπός
—
βεντέτα
—
κιννάμωμον
—
ελαφρυντικός
—
όαση
—
κολαστής
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω