🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
λιόκλαρο
λιόκλαρο
το
оливковая ветвь
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
оливковая ветвь
? —
λιόκλαρο
как с
(ново)греческого
переводится слово
λιόκλαρο
? — оливковая ветвь
#
(ново)греческий словарь
—
επασχολούμαι
—
παραγοντίζω
—
εξομοιώνω
—
συγχρονισμός
—
αγαθοσύνη
—
θαλερότητα
—
σκαντάλι
—
έκπληξη
—
χιών
—
παρακάμπτω
—
αγαθοποιός
—
σπιθαμή
—
αμαρκάλιστος
—
εδικός
—
πριονοταινία
—
βρεγματικός
—
κληματόβεργα
—
άβρεχος
—
βυρσοδεψείο
—
τεχνολογικός
—
αιδοιολειχία
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω