🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
γέλιο
γέλιο
смех
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
γέλιο
? —
#
(ново)греческий словарь
—
δυσκίνητα
—
καλαμποκόσουπα
—
λαοκράτισσα
—
αυτοαποκαλούμενος
—
ξαναγυρνάω
—
ώκιμον
—
ατελώνιστα
—
αχρίζω
—
αλωπεκίζω
—
στεγάζω
—
τσανάκα
—
Μαγνησία
—
άσφαγος
—
μπατανόβουρτσα
—
πώρινος
—
σαπίζω
—
καλλωπίζω
—
πεταγμένος
—
καθημερινή
—
αδελφώνω
—
προσαμμώνω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω