🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ερημοσπίτης
ερημοσπίτης
ο
имеющий пустой дом; неудачник
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
имеющий пустой дом
? —
ερημοσπίτης
как на
(ново)греческом
будет слово
неудачник
? —
ερημοσπίτης
как с
(ново)греческого
переводится слово
ερημοσπίτης
? — имеющий пустой дом, неудачник
#
(ново)греческий словарь
—
λιμπεραλισμός
—
θηλύκωμα
—
απρόσμενα
—
φθισιώ
—
τυμπανίζω
—
λάμια
—
προσιτός
—
αλγεβρισμός
—
ορνιθολογία
—
ρεπούμπλικα
—
πονέντες
—
ανακράζω
—
απόθλιμμα
—
μαγκοφέρνω
—
ακτινογραφικός
—
αναγγελτήριος
—
ποοφάγος
—
καμπουρομύτισσα
—
λογάκια
—
αντικεφαλαιοκροτικός
—
παπαρδέλας
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω