🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
απόρρητο
απόρρητο
το
тайна; секрет
;
τό επαγγελματικό ~ — профессиональная тайна
;
τό ~ τών επιστολών — тайна переписки
;
===
ο εξ ~ήτων — наперсник (тж. ирон.)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
тайна
? —
απόρρητο
как на
(ново)греческом
будет слово
секрет
? —
απόρρητο
как с
(ново)греческого
переводится слово
απόρρητο
? — тайна, секрет
#
(ново)греческий словарь
—
διατήρηση
—
μαρκαδοράκι
—
ημιαγωγοί
—
σάστισμα
—
πετεηνά
—
φαγεί
—
αφώναχτος
—
αναψηλάφηση
—
βροχερός
—
κατσικοκλέφτρα
—
ντουγρού
—
κουβερνάντα
—
επιρρωννύω
—
πυγμαχία
—
ξάστερα
—
ζαϊφλίκι
—
χονδρόκολλα
—
δεινά
—
τέττιγας
—
κοτόπουλο
—
ανακρίνων
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω