🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ζυγός
ζυγός
1)
чётный
;
2)
парный
;
===
μονά η ~ά — чёт или нёчет
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
чётный
? —
ζυγός
как на
(ново)греческом
будет слово
парный
? —
ζυγός
как с
(ново)греческого
переводится слово
ζυγός
? — чётный, парный
#
(ново)греческий словарь
—
ιρλανδικός
—
κοσμοναύτης
—
υδρόμυλος
—
ένεστι
—
παραλυμένος
—
ανερώτημα
—
διαπίδυση
—
ορνιθοτροφείο
—
γλάρος
—
γύψωμα
—
ξεχειλίζω
—
αριφνημός
—
αηδονάκι
—
στραγαλιάνος
—
διασκέλισμός
—
αγαπώ
—
εντεταλμένα
—
αμαυρώνω
—
κομπολόι
—
προπαροξύτονος
—
πετροκότσυφας
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω