🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
θνήσκω
θνήσκω
(αόρ. έθανον)
умирать
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
умирать
? —
θνήσκω
как с
(ново)греческого
переводится слово
θνήσκω
? — умирать
#
(ново)греческий словарь
—
ποστομανία
—
μηχανότρατα
—
ημιμόνιμος
—
σωτήριος
—
αχθοφορία
—
άμωμος
—
Σταύρος
—
αχρηστία
—
εξώδικος
—
μπάσκετ-μπώλ
—
αεροθεραπευτήριον
—
ασύνειδα
—
δασερός
—
μεσονυχτής
—
φίστουλας
—
ακυρωτέος
—
μαγκουρώνω
—
φιλόγελως
—
διαβόλισσα
—
γουρουνομαθημενος
—
αδόκιμα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω