🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
γεώλοφος
γεώλοφ|ος
ο
бугор; холм; возвышенность
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
бугор
? —
γεώλοφος
как на
(ново)греческом
будет слово
холм
? —
γεώλοφος
как на
(ново)греческом
будет слово
возвышенность
? —
γεώλοφος
как с
(ново)греческого
переводится слово
γεώλοφος
? — бугор, холм, возвышенность
#
(ново)греческий словарь
—
απόκρυφα
—
πεντακοσάρα
—
λιθοχαράκτης
—
Κύπρια
—
καολίνης
—
αισθησιοκρατικός
—
αυτοκριτικός
—
παραλλαγμένος
—
βραδιά
—
χλώμιασμα
—
αλκοολοποιία
—
νερούλιασμα
—
αξαρόλητος
—
αμάρτυρος
—
αγαθιόρης
—
ραιβοσκελία
—
βροχηδόν
—
πλάι
—
κατηφές
—
υπερτροφία
—
σιδερώστρα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω