🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
βουλητικό
βουλητικό
το филос.
волевая сфера
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
волевая сфера
? —
βουλητικό
как с
(ново)греческого
переводится слово
βουλητικό
? — волевая сфера
#
(ново)греческий словарь
—
σκληρυμμένος
—
κρουπιέρης
—
ποδοβολητό
—
ατίνακτος
—
μητροκτονία
—
επιμεταλλώνω
—
μαγκούρα
—
τσιγγενές
—
καλοαρέσω
—
ταραγμός
—
καινοτομώ
—
δευτερόπρυμα
—
ισόγειο
—
βαρυαυλητής
—
παραξόνιον
—
χά
—
θούριο
—
προικοθηρία
—
χιμάω
—
εντριβή
—
μασκέ
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω