🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ριγηλός
ριγηλός
дрожаншй
(от холода)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
дрожаншй
? —
ριγηλός
как с
(ново)греческого
переводится слово
ριγηλός
? — дрожаншй
#
(ново)греческий словарь
—
φιλοβασιλικός
—
χαμίνι
—
ωφελιμότητα
—
πολλαπλασιασμός
—
ανελκτήρ
—
σκόρπισμα
—
άρραφτος
—
κοσμικός
—
τζίφρο
—
οξύαυλος
—
μεγαλουσιάνα
—
σουμπρέττα
—
μοσχαροκεφαλή
—
κόσσα
—
απανεμιά
—
υαλογράφημα
—
ζυμώτρια
—
βληματαποθήκη
—
προπλάσσω
—
μοντερνίζω
—
βρυώδης
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω