🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ανεγνώριστος
ανεγνώριστ|ος
неузнаваемый; сильно изменившийся
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
неузнаваемый
? —
ανεγνώριστος
как на
(ново)греческом
будет слово
сильно изменившийся
? —
ανεγνώριστος
как с
(ново)греческого
переводится слово
ανεγνώριστος
? — неузнаваемый, сильно изменившийся
#
(ново)греческий словарь
—
Φιλλανδέζος
—
σφηνοειδής
—
ηγιασμένος
—
δανείσιμος
—
τρίβω
—
περιπνευμονία
—
ιχθυάλευρο
—
θρασομονώ
—
Κορέα
—
πρωθιεράρχης
—
τυφλίτις
—
επίστρωτος
—
γλυκομεθάω
—
διασωθείς
—
αντιπροσωπευόμενος
—
κυπαρισσί
—
ατελεύτητος
—
πανεπιστήμων
—
συγκρατιέμαι
—
δίφανος
—
κατακιτρινίζω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω