🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
διαφημιστικό
διαφημιστικό
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
διαφημιστικό
? —
#
(ново)греческий словарь
—
υμνογραφικός
—
επιχειρώ
—
ρίζα
—
αντραγάθημα
—
ώ
—
αμαύρωση
—
μονιμάς
—
σκυλόδοντο
—
πασσάλωμα
—
ξυλάρμενος
—
γαλανομάτης
—
δυναμογονία
—
συμμισατορεία
—
χολώνω
—
χτικιάρικος
—
χρηματομεσίτης
—
αιμορροφιλικός
—
θετός
—
μεσοπνευμόνιο
—
φρονώ
—
ευκολόπαρτος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω