🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
βεβουλευμένως
βεβουλευμένως
преднамеренно, умышленно
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
преднамеренно
? —
βεβουλευμένως
как на
(ново)греческом
будет слово
умышленно
? —
βεβουλευμένως
как с
(ново)греческого
переводится слово
βεβουλευμένως
? — преднамеренно, умышленно
#
(ново)греческий словарь
—
ανεμόσυρμα
—
εμπειριοκρατία
—
στρατολογώ
—
γραιγουλίζει
—
ξιφίας
—
σημασιολογία
—
πηροδάκτυλος
—
λευκοκύτταρο
—
καθοδηγητικός
—
διατομίς
—
ατροποποίητος
—
αμυλοσάκχαρο
—
χειροπιαστός
—
επιγονισμός
—
κατακρύπτω
—
πεσσιμιστής
—
χαραμάδα
—
αρθρογραφικά
—
ζημιάρης
—
καλόκαρδος
—
διέγνων
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω