🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αλασκάριστος
αλασκάριστ|ος
неослабленный; неотпущенный
(о чём-либо натянутом)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
неослабленный
? —
αλασκάριστος
как на
(ново)греческом
будет слово
неотпущенный
? —
αλασκάριστος
как с
(ново)греческого
переводится слово
αλασκάριστος
? — неослабленный, неотпущенный
#
(ново)греческий словарь
—
λιγώτερος
—
γιλοτίνα
—
επιστάτρια
—
χρησάμενος
—
ακαλάμιαστος
—
πυρηνώδης
—
ψυχοπαραδίνω
—
ανάριθμος
—
σπλαχνικός
—
γλεντζού
—
μικροσκελής
—
διανοητικότητα
—
αποκοσκινάω
—
δημοσιογραφισμός
—
βιβλιοβριθής
—
υδροπερατότητα
—
ηλικίωση
—
νυκτοφύλακας
—
αιμορρόφιλος
—
ντερτιλής
—
βροντόλαλος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω