🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
οδονομία
οδονομία
η
дорожная служба
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
дорожная служба
? —
οδονομία
как с
(ново)греческого
переводится слово
οδονομία
? — дорожная служба
#
(ново)греческий словарь
—
κρίνος
—
σιτέμπορος
—
στημονιάζω
—
ωφελιμίστρια
—
χάσμη
—
βιβλιόψειρα
—
κατακερματίζω
—
σηματολόγιο
—
κατεύθυνση
—
χαζεύω
—
σκανδαλοθηρίο
—
στραβοκοιτάζω
—
γοργογύριστος
—
δέντρινος
—
πλανεύτρα
—
βαϊόκλαδο
—
γεράδα
—
προϊδεαστικός
—
δόλια
—
θεόσταλτος
—
θαυματουργώ
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω