🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
καταρροϊκός
καταρροϊκός
мед.
катаральный
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
катаральный
? —
καταρροϊκός
как с
(ново)греческого
переводится слово
καταρροϊκός
? — катаральный
#
(ново)греческий словарь
—
τριακονταετής
—
ευεργέτισσα
—
κεντροφόρος
—
θαλάμη
—
βατσινάρω
—
ξεμωραίνω
—
γυρεψούλης
—
κακοφορμίζω
—
φοβίζω
—
διαπραγματευτής
—
μαζύ
—
βιβλιογνωστικός
—
λεπτούτσικος
—
δρομομετρία
—
ανταλλακτήριος
—
πετάμενος
—
κεραυνώνω
—
ανοσιουργώ
—
φιδογλωσσού
—
νομισματική
—
σταχτόνερο
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω