🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
συνθετήριο
συνθετήριο
το полигр.
наборная линейка
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
наборная линейка
? —
συνθετήριο
как с
(ново)греческого
переводится слово
συνθετήριο
? — наборная линейка
#
(ново)греческий словарь
—
ποικιλόχρωσις
—
οιστρήλατος
—
διδασκάλισσα
—
περίτρανα
—
μνημονικός
—
βουλνμιώδης
—
αχερωμένος
—
ακρόβαθρο
—
αγουρογερνώ
—
ελευθερώσιμος
—
ψυχασθένεια
—
τετελεσμένος
—
τούρκικα
—
ποδηλάτης
—
ντοκουμεντάρω
—
συναύξηση
—
αρτόδενδρον
—
απηλιθίωση
—
αχή
—
βυθάω
—
κλάπα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω