🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
καταχειροκροτώ
καταχειροκροτώ
бурно рукоплескать, аплодировать
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
бурно рукоплескать
? —
καταχειροκροτώ
как на
(ново)греческом
будет слово
аплодировать
? —
καταχειροκροτώ
как с
(ново)греческого
переводится слово
καταχειροκροτώ
? — бурно рукоплескать, аплодировать
#
(ново)греческий словарь
—
πικαρίζω
—
θεριακλού
—
καβάδι
—
πεζούρα
—
ζυθοποσία
—
ακίνητος
—
πολυέλαιος
—
εξηγιούμαι
—
καθορίζομαι
—
σοφολογιώτατος
—
ατσίδας
—
σίκλος
—
μαγγανευτικός
—
αυτοπρογραμματικός
—
στοιβαχτός
—
διακοσάρα
—
τάλλαρο
—
βάρυπνος
—
Σλοβάκος
—
ανεμοδέρνω
—
άδελφατο
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω