🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
διερεύνηση
διερεύνηση
η 1)
исследование
;
2)
тщательный осмотр
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
исследование
? —
διερεύνηση
как на
(ново)греческом
будет слово
тщательный осмотр
? —
διερεύνηση
как с
(ново)греческого
переводится слово
διερεύνηση
? — исследование, тщательный осмотр
#
(ново)греческий словарь
—
δικαιοσύνη
—
ορφανίζω
—
ευλυγισία
—
θεσσαλιώτικος
—
πόα
—
ρετσινολαδιά
—
ελευθερώτρια
—
ομόθερμος
—
διαδραστικότητα
—
ανοβιβάνω
—
κρύβομαι
—
ημιολία
—
σεβνταλίδικος
—
ατσιγάριστος
—
χυδαιολόγος
—
ορχηστρίδα
—
οπτιμιστικός
—
μηδαμινός
—
αλογιτία
—
ιπποποταμάκι
—
λάστιχο
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω