🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
μονύελον
μονύελον
το
монокль
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
монокль
? —
μονύελον
как с
(ново)греческого
переводится слово
μονύελον
? — монокль
#
(ново)греческий словарь
—
άσπονδος
—
προαπαιτώ
—
αφιλόπονος
—
εμβλαστάνω
—
αμύθητος
—
πιθανολογία
—
καήλα
—
παιδούλα
—
παραπλανώ
—
ευνομούμενος
—
μετρολόγος
—
σκόρ
—
πολιτειολογία
—
αλυσοειδής
—
αβολιά
—
εισδέχομαι
—
θυμοσοφικός
—
τυροποιία
—
απογεμάτος
—
ανυπομονησιά
—
συνωμοσία
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω