🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
σιγηλός
σιγηλός
молчаливый, безмолвный
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
молчаливый
? —
σιγηλός
как на
(ново)греческом
будет слово
безмолвный
? —
σιγηλός
как с
(ново)греческого
переводится слово
σιγηλός
? — молчаливый, безмолвный
#
(ново)греческий словарь
—
χοιρομήριον
—
καροτο
—
αντικόβω
—
χωρικός
—
αλμευτής
—
αντικατοπτρικός
—
θυμητικός
—
υδραυλικός
—
αρμοδιότητα
—
φωτοκύτταρο
—
επικράτηση
—
αναγνωσματογράφος
—
αφυπνίζω
—
αλεπόμουτρο
—
δυσπρόφερτος
—
αποχαράζω
—
στρώσιμο
—
προσυνεννόηση
—
ψίδι
—
οξειδοαναγωγή
—
νοθεύω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω