🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
δυσπόρθητος
δυσπόρθητ|ος
неприступный, защищенный
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
неприступный
? —
δυσπόρθητος
как на
(ново)греческом
будет слово
защищенный
? —
δυσπόρθητος
как с
(ново)греческого
переводится слово
δυσπόρθητος
? — неприступный, защищенный
#
(ново)греческий словарь
—
επαύξησις
—
χουγιαχτό
—
αδολέσχημα
—
αγνωστικισμός
—
μαγνητοηλεκτρικός
—
βοηθητικός
—
γλαρώνω
—
πρανής
—
μεταμφιέζομαι
—
ασεμνολόγος
—
επίδεσμος
—
φωνογράφημα
—
ζαχαρωτός
—
σμίξη
—
αστικοποιούμαι
—
ζωοτροφή
—
αμυγδαλοτομία
—
κεδροκούκουτσο
—
σιδηρέλασμα
—
αντισημίτρια
—
νηπιαγωγός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω