🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ετοιμότητα
ετοιμότητα
η 1)
готовность
;
πολεμική ~ — боевая готовность
;
2)
находчивость
;
~ τού πνεύματος — остроумие
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
готовность
? —
ετοιμότητα
как на
(ново)греческом
будет слово
находчивость
? —
ετοιμότητα
как с
(ново)греческого
переводится слово
ετοιμότητα
? — готовность, находчивость
#
(ново)греческий словарь
—
ραιβοποδία
—
ισοσταθμίζω
—
αφορμίζω
—
αποκιώνω
—
πεζούρα
—
αποκούμπα
—
εγκλωβίζω
—
καμίνι
—
λησμονημένος
—
μακάστα
—
φθορισμός
—
χαλβαδοποιείο
—
χρηματιστικός
—
φωτοτσιγκογραφία
—
υποδιδάσκαλος
—
αντισημίτρια
—
ακρωμία
—
τσελικώνω
—
μπολσεβικισμός
—
πάγος
—
δημοφιλής
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω