🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αυτοκινητοδρομία
αυτοκινητοδρομία
η
автомобильные гонки
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
автомобильные гонки
? —
αυτοκινητοδρομία
как с
(ново)греческого
переводится слово
αυτοκινητοδρομία
? — автомобильные гонки
#
(ново)греческий словарь
—
επίγνωση
—
σώμα
—
αβδελλώνω
—
σπηλαιολόγος
—
σουσαμόπιττα
—
λεβεντόγερος
—
εφετείο
—
ειρημένος
—
σκερτσόζα
—
παρελκύω
—
αυτογένεια
—
κατάλογος
—
παραλείπω
—
ελατοφόρος
—
Καναδός
—
ανύσταχτος
—
ξελιγουριάζομαι
—
διαπραγματεύσιμος
—
βράχνιασμα
—
έγνοια
—
τοματοχυμός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω