🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αδημιούργητος
αδημιούργητ|ος
несозданный, несотворённый
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
несозданный
? —
αδημιούργητος
как на
(ново)греческом
будет слово
несотворённый
? —
αδημιούργητος
как с
(ново)греческого
переводится слово
αδημιούργητος
? — несозданный, несотворённый
#
(ново)греческий словарь
—
σγουροκέφαλος
—
καθετοποιούμαι
—
τσάμικο
—
συρικτός
—
ασβέστιο
—
ολοστόλιστος
—
φλεβοτόμος
—
επιμελητεία
—
συνάνθρωπος
—
αφαλοκόβω
—
δεκαρολόγος
—
ψιλορωτώ
—
απόζερβος
—
φιαλοδόχη
—
επίατρος
—
αραβοϊσραηλινός
—
αραξοβολώ
—
μιντέρι
—
θρέφω
—
κακόπραχτος
—
τεθλασμένος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω