🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
καλάϊ
καλάϊ
το
олово
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
олово
? —
καλάϊ
как с
(ново)греческого
переводится слово
καλάϊ
? — олово
#
(ново)греческий словарь
—
πενηντάρικο
—
όρκιση
—
γαρούφαλο
—
Σουηδός
—
υφαρπάζω
—
κείμαι
—
σαπιοκάραβο
—
γρανιτώδης
—
αριθμογραφία
—
εξανθηματικός
—
εξωφρενικότητα
—
πρωτόπειρος
—
πνευματοθώραξ
—
γιαρές
—
τσιμπιά
—
αμφίσφαιρο
—
φορτοεκφόρτωσις
—
ευθυμώ
—
ατλαζωτός
—
επιδημικός
—
απιλογιέμαι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω