🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ραχατλήδικος
ραχατλήδικ|ος
праздный, безмятежный
(о человеке)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
праздный
? —
ραχατλήδικος
как на
(ново)греческом
будет слово
безмятежный
? —
ραχατλήδικος
как с
(ново)греческого
переводится слово
ραχατλήδικος
? — праздный, безмятежный
#
(ново)греческий словарь
—
χαρισματικός
—
ενταλματήριον
—
ανάσκελα
—
αιγυπτιακός
—
συχώρεση
—
χορείος
—
μουγγαμάρα
—
χηνάρης
—
ανάγλυκος
—
δανείζω
—
ξαπολνάω
—
Ιρλανδέζα
—
καταβοή
—
μισοσβημένος
—
καπνοβιομήχανος
—
αλούπι
—
εσύ
—
ένζυμος
—
διαρρόφηση
—
καφετιέρα
—
ευελπιστώ
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω