🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
τορευτός
τορευτός
1)
резной
;
~ό κοσμήματα — резные украшения
;
2)
чеканный
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
резной
? —
τορευτός
как на
(ново)греческом
будет слово
чеканный
? —
τορευτός
как с
(ново)греческого
переводится слово
τορευτός
? — резной, чеканный
#
(ново)греческий словарь
—
δεκαεπταπλάσιος
—
εκθεσμον
—
διγνωμία
—
ποιώ
—
χοχλακίζω
—
φέσα
—
λειοσηρικόν
—
απορριμματοφόρος
—
ετοιμοφόρτοτος
—
διαβατός
—
δολοφονία
—
διπλοπρόσωπος
—
υπνολαλιά
—
έμβολο
—
αναφωνητό
—
μπουζουξίδικο
—
επειξις
—
μπερμπαντάκος
—
γαυρομανώ
—
χώρα
—
αξιοσύστατος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω