🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
στρογγυλοπρόσωπος
στρογγυλοπρόσωπ|ος
круглолицый
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
круглолицый
? —
στρογγυλοπρόσωπος
как с
(ново)греческого
переводится слово
στρογγυλοπρόσωπος
? — круглолицый
#
(ново)греческий словарь
—
ανιχνεύτρια
—
αυτοπαθής
—
υλιστής
—
υδαρότητα
—
κορινθιακός
—
επηνέχθην
—
κρατώ
—
ανευκρίνητος
—
αμίαντο
—
αντίχαρα
—
λόχος
—
φλεγματικά
—
πασίδηλος
—
στρυμώχνω
—
τσογλαναράς
—
αναπνέω
—
διεγέρτης
—
θαλασσαετός
—
κατατόπια
—
ανασυνθέτω
—
γκερίζι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω