🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ολύμπιος
ολύμπι|ος
олимпийский
;
ο ~οι θεοί — олимпийские боги
;
===
μέ ~α αταραξία — с олимпийским спокойствием
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
олимпийский
? —
ολύμπιος
как с
(ново)греческого
переводится слово
ολύμπιος
? — олимпийский
#
(ново)греческий словарь
—
συντροφικάτα
—
γαιόκηρος
—
αυτοδηλητηρίαση
—
φυτολόγιο
—
μεταξουργία
—
μεταδόσιμος
—
αλατώδης
—
στήθος
—
αρχιλόχειος
—
λυκάκι
—
αθλιότητα
—
ξεπεσμός
—
ανώμαλος
—
γαληνίζω
—
πλάτωμα
—
φιλήδονα
—
διεφθαρμένος
—
ρητινοσυλλέκτρια
—
περηφάνεια
—
προσβατότητα
—
φύλλωσιά
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω