🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
μαργαϊκός
μαργαϊκός
мин.
мергельный
;
~ σχιστόλιθος — мергельный сланец
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
мергельный
? —
μαργαϊκός
как с
(ново)греческого
переводится слово
μαργαϊκός
? — мергельный
#
(ново)греческий словарь
—
αμυγδαλομάτης
—
αλική
—
Σταχτοπούτα
—
διτάξιος
—
ψαθωτός
—
αμέτοχος
—
ανθομύριστος
—
καθάριος
—
δεκάτισμα
—
πραγματοποίηση
—
ζηλεύομαι
—
χωματίδα
—
αριθμοθετώ
—
ύστατος
—
εκστροφή
—
μπουγαδάς
—
παραδουλεύτρα
—
πίπιζα
—
στερητικός
—
λεχρίτης
—
κλάκ
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω