🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
κάλιο
κάλιο
το хим.
калий
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
калий
? —
κάλιο
как с
(ново)греческого
переводится слово
κάλιο
? — калий
#
(ново)греческий словарь
—
αιθεραναισθησία
—
ατμοσύρτης
—
ηλεκτροφόρος
—
ιεράρχης
—
σκαταδίωκτος
—
παγγενεσία
—
γλουτός
—
ερημόνησος
—
ηλιοτροπισμός
—
αξιοδάκρυτος
—
ξυλόσπιτο
—
διακυβέρνηση
—
μαγαρίζομαι
—
κατακόπτω
—
χαροκόπι
—
κατσαβίδι
—
βασανιστήριο
—
γονεύω
—
δικαρπώ
—
ξύπνιο
—
ξεπουπουλλιάζω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω