🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αναστέναγμα
αναστέναγμα
το 1)
вздох
;
2)
стон
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
вздох
? —
αναστέναγμα
как на
(ново)греческом
будет слово
стон
? —
αναστέναγμα
как с
(ново)греческого
переводится слово
αναστέναγμα
? — вздох, стон
#
(ново)греческий словарь
—
scamnum
—
κωμειδύλλιο
—
διπλοψήφισμα
—
επικουρώ
—
συμφυρμός
—
πλατάγισμα
—
δουρβάνι
—
επικάμπτω
—
κροκωτός
—
ξυλοπάσσαλος
—
πλιθί
—
τηλεσημία
—
ανθόνερο
—
φαταούλας
—
νυσταγμός
—
ψυχίτσα
—
στύση
—
κρουνηδόν
—
διέξοδος
—
ξεψαρωμένος
—
αποψιλωτικός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω