🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
δοκιμαστής
δοκιμαστ|ής
ο 1)
испытатель
;
2)
дегустатор
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
испытатель
? —
δοκιμαστής
как на
(ново)греческом
будет слово
дегустатор
? —
δοκιμαστής
как с
(ново)греческого
переводится слово
δοκιμαστής
? — испытатель, дегустатор
#
(ново)греческий словарь
—
αθεμελίωτος
—
φυλλοκάρδι
—
ανεξήγητος
—
αρθρίδιο
—
πρωτοφάνερος
—
υδροληψία
—
ζερβόδεξα
—
άχρωμος
—
οινοπνευματομετρητής
—
ερωτοληψία
—
βλάφτω
—
συντρόφι
—
πυριφλεγής
—
άφραγος
—
πλιατσικολόγημα
—
κοφφεΐνη
—
ανεξάντλητα
—
ασπροφρύδης
—
χαρέμι
—
αχαιρέτιστός
—
ξεκαβαλλικεύω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω