🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
εφτάμερος
εφτάμερ|ος
семидневный
;
τό ~ο — семидневка (разг.)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
семидневный
? —
εφτάμερος
как с
(ново)греческого
переводится слово
εφτάμερος
? — семидневный
#
(ново)греческий словарь
—
λαιμόπονος
—
μετατρέπω
—
αυτοκαταγγελία
—
ενοθεΐα
—
πεισματάρικος
—
ανορθογραφία
—
γαστρεντερίτις
—
αναπλέω
—
γαριερός
—
αισθησιαρχία
—
αλυσοκλείνω
—
κάλπικος
—
μοτοσυκλετιστής
—
μουρούνα
—
κακοδιάθετος
—
άσαρκος
—
σήμερις
—
τσιφούτισσα
—
σέσκουλο
—
αυτοδικαζόμενος
—
τυπικότητα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω