🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
καρκάντζαλος
καρκάντζαλ|ος
ο, τό фольк.
рождественский злой дух
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
рождественский злой дух
? —
καρκάντζαλος
как с
(ново)греческого
переводится слово
καρκάντζαλος
? — рождественский злой дух
#
(ново)греческий словарь
—
αντισυνταγματικός
—
άξια
—
ευραπηλιώτης
—
Σαλονικιός
—
ζητιανιά
—
παράτυπος
—
αβαντσάρισμα
—
επίκεντρο
—
γεωδαισία
—
επανεκλογή
—
μικροσκόπιο
—
ψευδοκρούπ
—
ρυθμόμετρο
—
βιβλιοστάτης
—
βούζια
—
αρκουδάκι
—
πολυβολισμός
—
δημοκοπία
—
πεντηκονταετία
—
γαλβανικός
—
καπνοσωλήνας
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω