🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αυτοπέδηση
αυτοπέδηση
η
автоторможение
;
μηχανισμός ~ης — автотормоз
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
автоторможение
? —
αυτοπέδηση
как с
(ново)греческого
переводится слово
αυτοπέδηση
? — автоторможение
#
(ново)греческий словарь
—
εσχατιά
—
φιλοδίκαιος
—
σκελετολογία
—
μερισμένος
—
κλισιάς
—
ορίζω
—
μικρόθυμος
—
αντιβηχικό
—
ακυβέρνητος
—
ζαχάρωμα
—
σκιτσογράφος
—
ξεπαπουτσώνω
—
χιλιαρχία
—
ακαμασιά
—
επόπτρια
—
μεγαλειωδώς
—
υπερίπταμαι
—
τρύπημα
—
αυτορρυθμιστήρας
—
πετρόκαρδος
—
αείποτε
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω