🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
διαβατήριος
διαβατήριος
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
διαβατήριος
? —
#
(ново)греческий словарь
—
κιβώτιο
—
βεργολυγώ
—
Ιλλυρός
—
χόβολη
—
μετακινητός
—
πληθυντικός
—
κατάπνιξη
—
φεουδαλικός
—
αναδαμαλίζω
—
πόνημα
—
κακότητα
—
μάσηση
—
εμπόδιο
—
πυογένεια
—
Γυάλινος
—
αναθαρρεμένος
—
αξιοσέβαστος
—
αποκτήνωση
—
θαμά
—
απόθραυσμα
—
ορθοδοξία
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω