🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ερετικόν
ερετικόν
το ист.
гребцы галеры
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
гребцы галеры
? —
ερετικόν
как с
(ново)греческого
переводится слово
ερετικόν
? — гребцы галеры
#
(ново)греческий словарь
—
πατατόσουπα
—
πεντατομικός
—
αμυδρόφωτος
—
απολεπισμένος
—
εκνίτρωση
—
κροκοσυλλέκτρια
—
καβαλαρία
—
εκπαραθυρώνω
—
λανάρι
—
ηθικολογώ
—
ψυχοπόνια
—
ένεκα
—
βερνίκι
—
τοιουτοτρόπως
—
καθό
—
υπεκμίσθωση
—
αγροκατοικία
—
ανάκειμαι
—
γκαρύζω
—
νεραϊδάρης
—
αρχοντιά
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω