🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
διαφώσκω
διαφώσκω
уст.
просвечивать, проглядывать
;
~ει η ημέρα — светает
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
просвечивать
? —
διαφώσκω
как на
(ново)греческом
будет слово
проглядывать
? —
διαφώσκω
как с
(ново)греческого
переводится слово
διαφώσκω
? — просвечивать, проглядывать
#
(ново)греческий словарь
—
φωταγωγημένος
—
μαθητεύομαι
—
δικράνι
—
μπάζει
—
υπέρθλιψη
—
αυθεντικόν
—
παραθυράκι
—
αντικόροφον
—
μελιτζάνα
—
αμπελοφθόρος
—
δραστηριοποίηση
—
αμειδίαστος
—
αντικαταλλαγή
—
καμινευτήρας
—
ταμπάκος
—
μεταφυτευτός
—
αιματώνω
—
αψύλλιαστος
—
προβάρω
—
προθετικός
—
επιβάτης
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω