🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
θαυματοποιός
θαυματοποιός
ο 1)
чудотворец
;
2)
фокусник
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
чудотворец
? —
θαυματοποιός
как на
(ново)греческом
будет слово
фокусник
? —
θαυματοποιός
как с
(ново)греческого
переводится слово
θαυματοποιός
? — чудотворец, фокусник
#
(ново)греческий словарь
—
κελαϊδίστρα
—
αφωτογραφιστός
—
γκρεμίλα
—
αδιπλάρωτος
—
μπουχίζω
—
ασημόκουπα
—
σμυριδεργάτης
—
ανεπίκαιρος
—
ρούγα
—
αρύθμιστος
—
φιλοσοφώ
—
ναυτίλλομαι
—
μοναστηριακός
—
αυτοσύστατος
—
αιτούσα
—
ανέκαθεν
—
προεσκεμμένος
—
ζερβόδεξος
—
χρυσοειδής
—
καγκάβα
—
οργοτόμος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω