🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
υπερλυπούμαι
υπερλυπούμαι
сильно огорчаться
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
сильно огорчаться
? —
υπερλυπούμαι
как с
(ново)греческого
переводится слово
υπερλυπούμαι
? — сильно огорчаться
#
(ново)греческий словарь
—
αδελφόθεος
—
χλοερός
—
ψυχεδέλεια
—
διορυχή
—
ξεπαπουτσώνω
—
τολμηρότητα
—
ταψί
—
στρωμάτσο
—
ανοικτίρμων
—
πολιορκούμαι
—
τυφλογράφος
—
ετερομήκης
—
κροτάλισμα
—
δασολόγος
—
ακαταγώνιστος
—
υσγινοβαφής
—
απροφύλαχτος
—
δεοτερόκλαδος
—
κιούρτος
—
βραχυκατάληκτος
—
γλωσσοκομπιάζω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω