🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
τιμαριωτικός
τιμαριωτικός
ист.
феодальный
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
феодальный
? —
τιμαριωτικός
как с
(ново)греческого
переводится слово
τιμαριωτικός
? — феодальный
#
(ново)греческий словарь
—
πρέσβειρα
—
συνύπαρξη
—
πυελολιθοτομία
—
ηλεκτρολυτικός
—
επίτιμος
—
δικαιολογιέμαι
—
μήτρα
—
παραπέτασμα
—
σανδαλοποιός
—
ιπταμαι
—
διαλάληση
—
καταπλήσσω
—
μαμμόθρεπτος
—
κεραυνός
—
δελφίν
—
ελεημοσύνη
—
υπνωτιστής
—
διγένεια
—
φυγόδικος
—
ενδοκρινή
—
ταπητουργείο
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω